(BG)

 

εμπρός πίσω Επιστροφή: [Τραγούδια του μοτέρ][Νικόλα Βαπτσάρωφ][SLOVOTO]



Επιστολη


Θυμάσαι άραγε

τη θάλασσα, τις μηχανές,

τТ αμπάρια που ήταν γεμάτα

σκοτάδι Ц πίσσα;

 

Κι εκείνη την άγρια λαχτάρα

που είχαμε για τίς Φιλιπίννες;

Για τα μεγάλα αστέρια

στης Αμμοχώστου τον ουρανό;

Θυμάσαι τουλάχιστον ένα ναύτη

που δεν έριχνε ματιές γεμάτες νοσταλγία

μακρυά ίσαμε εκεί που σβύνει η νύχτα

κι η ανάσα των τροπικών είναι ζωντανή;

 

Θυμάσαι πως σε μας τους ίδιους

σιγά Ц σιγά

έσβυναν οι τελευταίες ελπίδες

κι η πίστη

στο καλό

και στον άνθρωπο,

στο ρωμαντισμό,

και στις μάταιες

λαχτάρες;

 

Θυμάσαι ύστερα,

πόσο γρήγορα

μας πιάσαν στην παγίδα της ζωής;

 

Ξυπνήσαμε βέβαια

 

Μα αργά.

Είχαμε πιά σκληρά δεθεί

μες το κλουβί σαν τТ άγρια ζώα.

Κι άστραφταν

στη δίψα τους τα μάτια

κι έλεος ζητούσαν

και παρακαλούσαν.

 

Κι ήμασταν νέοι,

τόσο νέοι!...

 

Κι έπειτα... έπειτα

ένα μίσος

φώλιαζε βαθιά μες τις καρδιές.

Σαν γάγγραινα,

όχι, σαν λέπρα,

γιγάντωνε,

μόλυνε την ψυχή

έπλεκε τα χοντρά του δίχτυα

της ερημιάς,

της σκοτεινής απελπισίας.

Σερνόνταν σα φίδι στο αίμα

ούρλιαζε φοβέρες,

κι ήτανε τόσο πρόωρα, ήταν τόσο νωρίς.

 

Κι εκεί

ψηλά στον ουρανό

υπέροχα

πλατάγιζαν των γλάρων τα φτερά.

Ο ουρανός έλαμπε πάλι

σαν μαρμαρυγή

το διάστημα ήταν πάλι

απέραντο, γαλάζιο,

στου ορίζοντα την άκρη κάθε βράδυ

χανόταν τα πανιά

σιγά Ц σιγά

και τα κατάρτια εξαφανίζονταν μακρυά,

μά έμείς κοιτάγαμε πιά μТ όραση χαμένη.

 

Πέρασαν πιά γιά μένα αυτά Ц δεν έχουν σημασία.

Όμως εμείς μοιραστήκαμε το αχυρένιο στρώμα,

και σε σένα αισθάνομαι μιά ανάγκη να διηγηθώ

την νέα μου πίστη και το νέο μου σφρίγος.

 

Αυτό Тναι το καινούργιο, που μέ συγκρατάει

να μην ανοίξω καμμιά τρύπα

στον κρόταφο μου

και την κακία στην καρδιά

μεταμορφώνει

σТ έναν αγώνα

που σήμερα

κοχλάζει.

Είναι αυτό που θα μας ξαναδώσει τις Φιλιππίνες,

και τα μεγάλα αστέρια

πάνω απТ την Αμμόχωστο,

και τη χαρά

που είχε μαραζώσει την καρδιά,

και τη νεκρή αγάπη μας στις μηχανές,

και το γαλάζιο απέραντο της θάλασσας,

και την ανάσα των τροπικών πούТναι ζωντανή.

 

 

Τώρα είναι νύχτα.

Η μηχανή ρυθμικά

Κελαειδάει,

καυτή πίστη αναδεύει.

Νάξερες πόσο τη ζωή την αγαπάω!

Και πόσο μισώ

τις κούφιες

χίμαιρες.

Για μένα είναι σίγουρα: ότι θα ξημερώσει,

κι ότι θα σπάσουμε τούς πάγους κουτουλώντας.

Κι ο ήλιος στον σκοτεινό

ορίζοντα

ναι, ο δικός μας

ο ήλιος

ο λαμπρός

θα λάμψει.

Κι ας μου καψαλίσει σαν νάμουν πεταλούδα

μικρή

και τα δικά μου φτερά στο τέλος.

Δε θα καταριέμαι

ούτε θα παραπονιέμαι

αφού, στο τέλος, ξέρω

πως πρέπει μιά μέρα νά πεθάνω.

Όμως να πεθαίνεις, σάν

λευτερώνεται

η γή

απТ τή φαρμακερή της

μούχλα

όταν εκατομμύρια ανασταίνονται,

αυτό είναι τραγούδι

ναι, αυτό είναι τραγούδι.

 


εμπρός κορυφή πίσω Επιστροφή: [Τραγούδια του μοτέρ][Νικόλα Βαπτσάρωφ][SLOVOTO]
© 1999-2017, Ο λόγος Slovoto. WEB development - © Plamen Baruh